Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

ΜΠΑΜΙΕΣ - ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ - ΜΠΑΜΙΕΣ


ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ ΜΠΑΜΙΕΣ από Androniki Masaouti 

ΣΗΜΕΡΑ στο με­ση­με­ρια­νό  ἔ­χου­νε μπά­μι­ες. Δεν τοῦ ἀ­ρέ­σα­νε πο­τέ. Σκα­λί­ζει τό πιά­το ξε­φλου­δί­ζον­τας με το πι­ρού­νι τὴ σάρ­κα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ σπό­ρια γυ­μνά. Μέ­σα σαρ­δό­νια ὀ­δον­το­στοι­χί­α, σὰν τὴ γκρι­μά­τσα τῆς συ­νά­θροι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Σκυ­θρω­ποί, μα­λω­μέ­νοι ἢ ἕ­τοι­μοι νὰ μα­λώ­σουν σὲ λί­γο, μά­να πα­τέ­ρας παι­διά.

       Λα­δε­ρὲς μὲ φρέ­σκια ντο­μά­τα, κόκ­κι­νη ὅ­πως ἡ αἱ­μα­το­χυ­σί­α γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Πράγ­μα­τι, δε­σμοὶ αἵ­μα­τος. Τό­σο ποὺ σοῦ ’ρ­χε­ται νὰ πά­ρεις τὸ μα­χαί­ρι τοῦ ψω­μιοῦ καὶ νὰ δι­αρ­ρή­ξεις ὅ­λα ἐ­τοῦ­τα τὰ δε­σμά, νὰ τὸ βυ­θί­σεις στὴν καρ­διὰ αὐ­τοῦ τοῦ λάκ­κου ποὺ εἶ­ναι γε­μά­τος γεύ­μα­τα κυ­ρι­α­κά­τι­κα καὶ αἰ­τιά­σεις καὶ πα­ρά­πο­να καὶ ξε­χα­σμέ­νες τώ­ρα ἤ­δη ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα.

       Ἡ μά­να του τὶς φτιά­χνει μὲ κο­τό­που­λο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­δον­τι­ά­ρι­κα οὖ­λα τοῦ λα­χα­νι­κοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ ἐ­κεί­νη. Σφαγ­μέ­νου ζώ­ου ὅ­πως τῆς μά­νας του τὰ μά­τια, ὅ­ταν γιὰ ὅ­λα με­τα­νι­ώ­νει, σὰν τοῦ πα­τέ­ρα του τὰ μά­τια, ὅ­ταν στρι­μώ­χνε­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια. Ὅ­πως τὰ μά­τια τὰ δι­κά του, ὅ­ταν ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὸ πιά­το νὰ ἀ­παν­τή­σει για­τί δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ φα­ΐ, τί δι­ά­βο­λος τὸν πιά­νει κά­θε μέ­ρα καὶ δὲν μι­λά­ει κι ὅ­λο θυ­μώ­νει καὶ κλει­δώ­νε­ται.

       Σκα­λί­ζει ἀ­μί­λη­τος τὶς μπά­μι­ες. Μέ­σα ὄ­χι δόν­τια μὰ σπυ­ριά, πολ­λὰ πολ­λὰ σπυ­ριά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ποὺ στὰ δώ­δε­κα τοῦ αὐ­λά­κω­ναν τὸ πρό­σω­πο, κι ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε νὰ δεῖ κα­τὰ τὸν κό­σμο, ἄν­θι­ζαν σὰν ντρο­πὴ ποὺ ἀ­δέ­ξιος ὑ­πῆρ­χε. Μπά­μι­ες ὅ­πως ἡ γλί­τσα τῆς στορ­γῆς ποὺ γιὰ νὰ σοῦ δο­θεῖ, πρέ­πει νὰ κα­τα­πι­εῖς ὅ­λο τὸ σά­λιο τῆς ὑ­πο­τα­γῆς, τῆς ἐ­νο­χῆς ποὺ εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ δὲν τοὺς μοιά­ζεις, ποὺ θὲς ἀλ­λοῦ νὰ πᾶς, νὰ εἶ­σαι γυ­μνὸς καὶ νὰ πει­νᾶς δι­κή σου πεί­να. Μπά­μι­ες, κουμ­πω­μέ­νος καρ­πὸς τοῦ θυ­μοῦ ποὺ δὲν ὡ­ρι­μά­ζει μὰ σα­πί­ζει σὲ μα­λα­κὴ γλοι­ώ­δη αὐ­το­λύ­πη­ση.

 


 ΕΡΓΑΣΙΕΣ 1ης ΄διδακτικής ώρας ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ (ατομικές, κατ’ επιλογήν)
 Επιλέξτε μία (1) από τις παρακάτω εργασίες και τη δουλεύουν στο σπίτι ατομικά. Οι εργασίες θα αναρτηθούν το padlet του μαθήματος και θα σχολιαστούν σε επόμενη διδακτική ώρα. 

 
Α. Τώρα που ξέρεις τα χαρακτηριστικά ενός μικροαφηγήματος, να γράψεις ένα δικό σου μικροδιήγημα 100 – 150 λέξεων με στόχο να αναδείξεις τα συναισθήματα που υπάρχουν στους εφήβους (π.χ θυμός, απογοήτευση, ανασφάλεια, κυκλοθυμία, ενθουσιασμός, παρορμητικότητα…).
 • Να περιέχει υποχρεωτικά: 
 1–2 πρόσωπα 
 1 χώρο 
 1 βασικό περιστατικό 
 περιορισμένο χρόνο 
 ένα διάλογο ή μία πολύ σύντομη αναδρομή 
 τίτλο 
 η τελευταία πρόταση να αφήνει κάτι στον αναγνώστη

 • Θα σε βοηθήσει ο παρακάτω δεκάλογος για να φτιάξεις το σκελετό της ιστορίας σου (αλλά και να αναγνωρίζεις μικροδιηγήματα, όταν τα συναντάς): 
 1. Ποιο είναι το βασικό περιστατικό; 
 2. Ποιος είναι ο κεντρικός ήρωας; 
 3. Ποιος είναι ο αφηγητής;
 4. Πού και πότε εκτυλίσσεται η δράση; 
 5. Ποια στοιχεία παραλείπονται; 
 6. Τι υπονοείται χωρίς να λέγεται; 
 7. Υπάρχει ανατροπή στο τέλος; 
 8. Είναι το τέλος κλειστό ή ανοιχτό; 
 9. Ποια λέξη/φράση/λεπτομέρεια αποκτά ιδιαίτερο βάρος; 
 10. Ποιο είναι το βασικό θέμα ή μήνυμα και πώς συνδέεται με τον αναγνώστη; 

 Bonus άσκηση! 
 Αν θέλεις να ασκηθείς περισσότερο στη μικρή φόρμα, δοκίμασε, αφού γράψεις το μικροδιήγημά σου, να κόψεις 30 λέξεις, χωρίς να χαθεί το βασικό νόημα (δηλαδή από 150 λέξεις να γίνει 120). Στη συνέχεια κόψε άλλες 20 λέξεις και αντικατάστησε μία εξήγηση με έναν υπαινιγμό, ώστε το κείμενο να γίνει τελικά 100 λέξεις. 
 
 Στόχος της άσκησης: Να καταλάβεις ότι η μικρή έκταση δεν είναι ο στόχος αλλά αποτέλεσμα επιλογών, περικοπών και οικονομίας. 

 Τέλος, απάντησε σύντομα στην ερώτηση: «Τι ήταν πιο δύσκολο: να γράψεις ή να κόψεις; Γιατί;» Μου ήταν πιο δύσκολο να ___________________________________,γιατί____________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

 Στόχος τελευταίας ερώτησης: Να αντιληφθείς ότι στο μικροδιήγημα η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο να πεις μια ιστορία με λίγες λέξεις, αλλά στο να επιλέξεις ποιες λέξεις αξίζει να μείνουν. 


 Β. Σου δίδεται το παρακάτω απόσπασμα από το διήγημα του Θανάση Δ. Σταμούλη «ΧΕΡΤΣΕΝΣΤΑΤ»*

1. Να συμπυκνώσεις το απόσπασμα σε 50-70 λέξεις, αξιοποιώντας όσα έμαθες από τις «Μπάμιες» για τη συμπύκνωση και την υπαινικτικότητα. 
 
Προσπάθησε: 
• να κρατήσεις μόνο τις σημαντικότερες πληροφορίες, 
 • να αποφύγεις περιττές λεπτομέρειες,
 • να αποδώσεις τα βασικά συναισθήματα και την εξέλιξη,
 • να αφήσεις ορισμένα στοιχεία να υπονοούνται αντί να εξηγούνται.

 ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν χρειάζεται να γράψεις όλα όσα λέει το απόσπασμα. Κράτα μόνο όσα είναι απαραίτητα για να καταλάβουμε την ιστορία και το βασικό συναίσθημα. 

     «…Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι, στο πάρκο με τη λίμνη, γνώρισα μια Πολωνέζα γύρω στα πενήντα. Καθόταν σε ένα παγκάκι και έτρωγε ηλιόσπορο. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά, κουρεμένα κοντά και μια φράντζα έπεφτε στο μέτωπό της σαν λειρί κότας. Και με τα χείλη τσιμπολογούσε τα δάχτυλά της. Κάθισα δίπλα της. Μόλις με είδε άνοιξε την παλάμη της και μου προσέφερε μερικά σπόρια. Ούτε εγώ ούτε εκείνη νιώσαμε παράξενα. Σαν να είχαμε ανάγκη αυτή τη συνάντηση.
      Έβαλα στο στόμα λίγο ηλιόσπορο και η Πολωνέζα άρχισε να μιλά· στο δικό της στόμα οι λέξεις δεν ακούγονταν σαν σύρμα, αλλά σαν πέτρα που σπάει. Είπε πως όταν ήταν στην ηλικία μου είχε φύγει και εκείνη από τον τόπο της, πως πίστευε πως αν έφευγε από τον τόπο της, η φτώχεια δεν θα την ακολουθούσε, πως έφτασε στο Φρέμντενστατ*2 γεμάτη ελπίδες, πως γνώρισε έναν άλλον Πολωνό και παντρεύτηκαν και έκαναν μια κόρη. Μετά είπε πως ο άντρας της την παράτησε με το παιδί και έφυγε για αλλού, πως το παιδί μεγάλωσε και έγινε γυναίκα, πως όταν το παιδί έγινε γυναίκα έφυγε και πως αυτή έμεινε το ίδιο ξένη σε αυτόν τον τόπο, όπως ήταν πριν από τριάντα χρόνια…» 

 *1 Χέρτσενστατ = πόλη της καρδιάς (γερμανικά) 
 *2 Φρέμντενστατ = η πόλη των ξένων (γερμανικά) 


 Γ. Να λύσεις το παρακάτω σταυρόλεξο, που θα το βρεις  στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση, που περιέχει όρους που σχετίζονται με το μικροδιήγημα και τα χαρακτηριστικά του. 
[Τοποθέτησε τις λέξεις: συντομία, υπαινιγμοί, συμπύκνωση, οικονομία, σύμβολα, μεταφορές, παρομοιώσεις, εικόνες, αντιθέσεις, αποσιωπήσεις] 

 ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 
 ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ 
 3. Σχήμα λόγου με το οποίο παρουσιάζονται δύο πρόσωπα, καταστάσεις ή ιδέες ως αντίθετες
 4. Σχήματα λόγου στα οποία γίνεται σύγκριση δύο πραγμάτων με τη χρήση λέξεων όπως «σαν», «όπως», «μοιάζει» 
 5. Η χρήση λίγων λέξεων και περιορισμένης έκτασης 
 6. Λέξεις ή φράσεις που δεν δηλώνουν άμεσα κάτι, αλλά αφήνουν τον αναγνώστη να το συμπεράνει 
 7. Αντικείμενα, πρόσωπα ή στοιχεία που αποκτούν ένα βαθύτερο, πέρα από το κυριολεκτικό, νόημα 
 8. Λεκτικές αποτυπώσεις που δημιουργούν στον αναγνώστη μια νοητή παράσταση, σαν να «βλέπει» αυτό που περιγράφεται.

 ΚΑΘΕΤΑ 
1. Η παράλειψη μιας λέξης, φράσης ή πληροφορίας, ώστε ο αναγνώστης να συμπληρώσει μόνος του το νόημα. 
 2. Η χρήση μόνο των απαραίτητων στοιχείων, χωρίς περιττές πληροφορίες ή λεπτομέρειες 
 4. Σχήματα λόγου στα οποία μια έννοια παρουσιάζεται μέσα από μια άλλη, χωρίς να χρησιμοποιείται η λέξη «σαν» 
 5. Η παρουσίαση πολλών νοημάτων, γεγονότων ή πληροφοριών μέσα σε μικρή έκταση 
 



ΕΡΓΑΣΙΕΣ 2ης ΄διδακτικής ώρας ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ (ατομικές, κατ’ επιλογήν)
 Επιλέξτε μία (1) από τις παρακάτω εργασίες και τη δουλεύουν στο σπίτι ατομικά. Οι εργασίες θα αναρτηθούν το padlet του μαθήματος και θα σχολιαστούν σε επόμενη διδακτική ώρα. 


 
1η ΕΡΓΑΣΙΑ 
 Φαντάσου ότι είσαι ο ήρωας του κειμένου. Είναι το βράδυ μετά το οικογενειακό τραπέζι. Γράψε στο ημερολόγιό σου τι συνέβη και τι αισθάνεσαι. (100 περίπου λέξεις) Μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις φράσεις: Σήμερα... / Θύμωσα γιατί... / Δεν είπα τίποτα γιατί... / Αυτό που πραγματικά θα ήθελα... 


 2η ΕΡΓΑΣΙΑ 
Φαντάσου ότι είσαι η μητέρα ή ο πατέρας της οικογένειας και βλέπεις το γιο σου να κάθεται ανόρεχτα στο τραπέζι και να «σκαλίζει» αμίλητος το πιάτο με τις μπάμιες, χωρίς να τρώει. Κατάγραψε τις σκέψεις σου εκείνη τη στιγμή σε 80 – 100 λέξεις. 

 
3η ΕΡΓΑΣΙΑ 
Φαντάσου ότι είσαι ο συγγραφέας του κειμένου και αποφασίζεις να αλλάξεις το τέλος του μικροδιηγήματος. Γράψε, λοιπόν, ένα δικό σου τέλος 80–100 λέξεων. Μπορείς να επιλέξεις:
 • ο ήρωας να μιλήσει,
 • να φύγει από το τραπέζι, 
 • να αντιμετωπίσει την οικογένειά του, 
 • να συμφιλιωθεί, 
 • να παραμείνει σιωπηλός, 
 • ή να δημιουργήσεις ένα εντελώς διαφορετικό τέλος. 

 
4η ΕΡΓΑΣΙΑ 
«Φαντάσου ότι είσαι ένας άνθρωπος που γνωρίζει τον ήρωα και έχει καταλάβει όσα βιώνει. Του γράφεις ένα σύντομο γράμμα.» Σε 120–150 λέξεις: • αναγνωρίζεις το πρόβλημά του, • σχολιάζεις τον θυμό του, • του προτείνεις έναν τρόπο να αντιμετωπίσει την κατάσταση Βοηθητικό υλικό που μπορούν να χρησιμοποιήσουν κυρίως μαθητές που δυσκολεύονται να γράψουν: Αγαπημένε φίλε, Καταλαβαίνω ότι νιώθεις ______________________________ επειδή _____________________________. Ωστόσο, 
πιστεύω ότι ____________________. Σου προτείνω__________________________

 ________________________________________________________________, γιατί
________________________________________________________________.
 
Εναλλακτικά: 
 Φαντάσου έναν διάλογο μεταξύ «θυμού» και «λογικής», ο οποίος μπορεί π.χ να ξεκινά έτσι: 
Θυμός: Δεν με καταλαβαίνει κανείς! 
Λογική: Τότε μίλησέ τους. 
Θυμός: Δεν θέλω να μιλήσω. 
Λογική: Τότε πώς θα αλλάξει κάτι; 
 Συνέχισε προσθέτοντας 8 – 10 ακόμη «ατάκες». 

 
5η ΕΡΓΑΣΙΑ 
Γράψε ένα μικροδιήγημα 100–150 λέξεων με θέμα ένα οικογενειακό τραπέζι. 
Υποχρεωτικά να υπάρχει: 
• ένα αντικείμενο ή φαγητό που λειτουργεί ως σύμβολο, 
 • ένας διάλογος,
 • μία αντίθεση,
 • ένα συναίσθημα που δεν κατονομάζεται άμεσα. 

 Πρόκληση: Μην χρησιμοποιήσετε τις λέξεις «θυμός», «λύπη», «αγάπη» ή «φόβος». Δείξτε τα συναισθήματα μέσα από τις πράξεις και τα λόγια των προσώπων. 

 
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ/ΔΙΑΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ 

 1. «Μία φράση – μία εικόνα»
 Σας δίδονται οι πολύ χαρακτηριστικές φράσεις του κειμένου: 
•  «και δεν μιλάει κι ὅλο θυμώνει και κλειδώνεται».
 • «Μπάμιες, κουμπωμένος καρπός τοῦ θυμοῦ που δεν ὡριμάζει μα σαπίζει» 

 Να δημιουργήσετε μια εικόνα, ζωγραφιά, φωτογραφικό κολάζ ή ψηφιακή σύνθεση που να αποδίδει τη φράση (μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ψηφιακές εφαρμογές, όπως π.x το camva) Στη συνέχεια εξηγήστε σε 2–3 προτάσεις πώς η εικόνα σας αποδίδει το νόημα της φράσης. 

 
2. «Τι σκέφτεται ο ήρωας;»
 Σας δίδεται το παρακάτω σκίτσο του ήρωα στο τραπέζι και ένα μεγάλο σύννεφο σκέψης. Σημειώστε μέσα στο σύννεφο τι σκέφτεται ενώ δεν μιλάει; Μπορείτε να γράψετε ακόμη και μεμονωμένες λέξεις (π. χ: θυμός – αδικία – οικογένεια – φυγή – παρελθόν – ασφυξία – σιωπή – ελευθερία…). 


 3. «Ποιο τραγούδι ταιριάζει στις Μπάμιες;» 
Διαλέξτε ένα τραγούδι (ελληνικό ή ξένο) που θα μπορούσε να αποτελέσει το soundtrack του μικροδιηγήματος. 

Να σημειώσετε: 
 1. Τίτλο τραγουδιού 
 2. Καλλιτέχνη 
 3. Ποιο συναίσθημα του κειμένου αποδίδει; 
 4. Ποιο στίχο ή ποιο μουσικό στοιχείο σου θυμίζει το κείμενο; 
 5. Γιατί το επιλέξατε; (απάντησε με 2 – 3 προτάσεις) 

Εναλλακτικά: 
 Χρησιμοποιήστε μια ψηφιακή εφαρμογή με πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης (όπως π.χ το suno) και φτιάξτε «κατά παραγγελία» το τραγούδι, που κατά τη γνώμη σας ταιριάζει στις «Μπάμιες».
 Δώστε στην περιγραφή (Prompt): 
 Θέμα (επιμείνετε στα σημεία που φανερώνουν τα συναισθήματα του ήρωα) 
 Στίχους (δικούς σας ή αφήστε την εφαρμογή να το κάνει για εσάς) 
 Μουσικό είδος
  Ατμόσφαιρα
 [Μπορείτε να δανείσετε και τη δική σας φωνή στο τραγούδι!] 


Και κάτι τελευταίο, εκτός ασκήσεων για το μικροδιήγημα:  
 
Ο μύθος και η πραγματικότητα....
 Η ιστορία θέλει τον Χέμινγουεϊ να τρώει με φίλους του συγγραφείς σε ένα εστιατόριο (κάποιες εκδοχές αναφέρουν το Luchow's στη Νέα Υόρκη) και να βάζει στοίχημα 10 δολάρια ότι μπορεί να γράψει ένα ολοκληρωμένο διήγημα με μόλις έξι λέξεις. Εκείνοι δέχτηκαν, ο Χέμινγουεϊ έγραψε τη φράση σε μια χαρτοπετσέτα, τους την έδειξε και κέρδισε το στοίχημα. «Προς πώληση: βρεφικά παπούτσια, εντελώς αφόρετα.»

 (στα αγγλικά: “For sale: baby shoes, never worn”).

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

ΤΑ ΡΟΔΙΝΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ, ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

«Τα ρόδινα ακρογιάλια» (1908) είναι ένα κορυφαίο κοινωνικό μυθιστόρημα/διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που εξιστορεί ειδυλλιακούς έρωτες και την καθημερινότητα στην επαρχιακή Ελλάδα. Με λυρική γραφή, παρουσιάζει τη ζωή στο Αιγαίο μέσα από χαρακτήρες, όπως ο ναυτικός Διαμαντής και ο βοσκός Πατσοστάθης. Το διήγημα αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ικανότητας του Παπαδιαμάντη να αναδεικνύει τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες με ψυχογραφική δεινότητα. 

Βασικά Στοιχεία του Έργου:

Περιεχόμενο: Συνδυάζει τον έρωτα, τις προλήψεις, τη θρησκευτικότητα και την κοινωνική κριτική της εποχής.
Ατμόσφαιρα: Περιγράφεται ως μια «παραθαλάσσια Αρκαδία», μια ειδυλλιακή αλλά και ρεαλιστική απεικόνιση της υπαίθρου.
Ύφος: Διακρίνεται για την ανάμειξη καθαρεύουσας και δημοτικής γλώσσας, αποτυπώνοντας ζωντανά την ψυχολογία των ηρώων. 
Χαρακτήρες:
• Αφηγητής: Νέος, μορφωμένος, μελαγχολικός, βασανίζεται από ανεκπλήρωτο έρωτα και απογοήτευση από τη ζωή. 
• Γυναίκα στο παράθυρο: Σύμβολο αγνότητας και ομορφιάς, αντικείμενο του πλατωνικού έρωτα του αφηγητή.
• Κώστας: Αθώος και αγνός τρελός, αντιπροσωπεύει την απλότητα και την αρμονία με τη φύση.
• Σταμάτης: Περιθωριακός και κυνικός, αμφισβητεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον έρωτα. 
• Αγάλος: Γεροντοπαλίκαρο ναυτικός, βασανίζεται από ενοχές για την χαμένη αγάπη και την απώλεια της Μυρσούδας. 
• Πατσοστάθης: Βοσκός που πιστεύει ότι τον κυνηγούν μάγια, αναζητά λύτρωση στην καλογερική. 
• Μπόζαινα: Δυναμική και χειραφετημένη γυναίκα, θίγει το θέμα της ηθικής και της κοινωνικής υποκρισίας. 
• Κρατήρα: Ντροπαλή και υποταγμένη, θύμα των κοινωνικών συμβάσεων και της πατριαρχίας.
• Δέσποινα: Θύμα εκμετάλλευσης και απάτης, αναζητά λύτρωση και αξιοπρέπεια.
• Μυρσούδα: Σύμβολο χαμένης αθωότητας και αγνής αγάπης. 
• Καθολική καλόγρια: Αντιφατικός χαρακτήρας, αμφισβητεί την ιδέα της αγνότητας και του αληθινού έρωτα.
  Θέματα 
• Αγνότητα και αντίθετό της: Η αγνότητα της φύσης, της αγάπης και ορισμένων χαρακτήρων έρχεται σε αντίθεση με την απάτη, την εκμετάλλευση και την κοινωνική υποκρισία. 
• Αγάπη και γάμος: Ο πλατωνικός έρωτας του αφηγητή, η χαμένη αγάπη του Αγάλο, η απουσία έρωτα στους περισσότερους γάμους, η κοινωνική σύμβαση του γάμου, η δυστυχία και η εκμετάλλευση που μπορεί να προκύψουν από αυτόν. 
• Επιλογή και ελευθερία: Η επιλογή του αφηγητή και του Αγάλο να μείνουν άγαμοι, η επιθυμία του Στάθη να καλογερέψει, η δυναμικότητα της Μπόζαινας. 
• Κοινωνική κριτική: Η θέση της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνία, η κοινωνική υποκρισία, η εκμετάλλευση, η αδικία. 
• Αναζήτηση νοήματος και λύτρωσης: Η περιπλάνηση του αφηγητή, η ενοχή του Αγάλο, η επιθυμία του Πατσοστάθη για καλογερική. 
Συμβολισμοί 
• Θάλασσα: Αγνότητα, κάθαρση, ελευθερία. 
• Ρόδινα ακρογιάλια: Ομορφιά, αθωότητα, ελπίδα. 
• Σπήλαιο: Απομόνωση, εσωτερική αναζήτηση, μετάνοια.

  Το βιβλίο σε audio book:  
Το βιβλίο σε ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε το 1907. ο Ευθύμης Χατζής δημιουργεί ένα άψογα κινηματογραφημένο ερωτικό δράμα, που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Και μια διδακτική πρόταση του Δ. Πάνου από σεμινάρια διοργανωμένα από την ΠΑ.Π.Ε.Δ.Ε (Πανελλήνια Παιδαγωγική Εταιρεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) https://papede.com/wp-content/uploads/2025/04/papadiamantis.pdf

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ, ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

 

[μαρμάρινο γλυπτό του Κωνσταντίνου Σεφερλή «Η Βόρειος Ήπειρος» (1951)

 που βρίσκεται στην Πλατεία Τοσίτσα της Αθήνας]


Σημείο αναγνωρίσεως

Άγαλμα γυναίκας με δεμένα τα χέρια


Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παράδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.

                                              Κική Δημουλά, Το λίγο του κόσμου (1971)



Κική Δημουλά, Τό λίγο τοῦ κόσμου, 1971

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΠΙΣΤΟΜΑ - ΑΚΟΜΑ; ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

"ΠΙΣΤΟΜΑ", Κ. Θεοτόκη

Τ
ο «Πίστομα», από τα Διηγήματα "Kορφιάτικες ιστορίες", εντάσσεται λογοτεχνικά στο είδος της «ρεαλιστικής αγροτικής» ηθογραφίας. Τα στοιχεία που δομούν το συγκεκριμένο διήγημα ― αφανή και εμφανή ― είναι οι χαρακτήρες του, το περιβάλλον, συγκεκριμένες αναφορές σε ήθη, η ματιά ή η στάση του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα που αφηγείται, οι ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ή πιέσεις της εποχής στην οποία γράφτηκε, τα στοιχεία, εν τέλει, που συνθέτουν την προσωπικότητα του συγγραφέα.





Η πηγή της ιστορίας 
Το περιστατικό που αποτέλεσε την αφορμή για τη συγγραφή του συγκλονιστικού αυτού διηγήματος είναι αληθινό και είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΑΥΤΗΣ ΕΝ ΕΤΕΣΙ 1800, 1801, 1802», του Μάρκου Θεοτόκη, πατέρα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει ως εξής:

 «Εν μέσω τοιούτων αιματοχυσιών, αρπαγών καταστροφών και ανηκούστων τεραστίων εγκλημάτων, ως συνέβη εν Μαγουλάδαις, όπου εγκληματίας τις* φυγοδικών επέστρεψεν εν τη οικία αυτού και ευρών εν τέκνον περισσότερον των όσων εγκατέλιπε, και υποπτεύσας δυσπιστίαν εις την σύζυγον αυτού, ώρυξε λάκκον και υπεχρέωσε την μητέρα να θέση εντός αυτής το νήπιον, όπερ έθαψε ζων και μετά ταύτα εφόνευσε ληστήν τινά** συγχωρικόν του, υποπτεύσας αυτόν αίτιον της γεννήσεως του παιδίου***. Εν μέσω τοιούτων κακουργημάτων δυνάμενων να επιφέρωσι την απελπισίαν εις τον αγαπώντα την Κέρκυραν, η συνείδησις αυτού ευρίσκει παρηγορίαν και αναψυχήν εις γεγονότα άτινα τρανώς αποδεικνύουσιν ότι η κακοήθεια η κακεντρέχεια η τάσις εις την αρπαγήν και εις τα εγκλήματα δεν ήσαν τα φρονήματα ειμή ομάδος τινός των κατοίκων των αγροτικών τμημάτων…»

*Αντώνιος Βραχνός καλούμενος Κουκουλιώτης 
**Τον καλούμενο Κουτσόμουλον 
***Ταύτα ακοή παρελάβομεν παρά των υιών των κακούργων εκείνων. 
 
 Ιστορικό πλαίσιο
Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους το 1797 και την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798, η Πύλη ζήτησε τη συνδρομή των Ρώσων εναντίον των Γάλλων. Ο ρωσικός στόλος πέρασε τότε για πρώτη φορά από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, το 1798, στο Αιγαίο, έπλευσε στο Ιόνιο και κατέλαβε τα Επτάνησα. Η κατάληψη των Επτανήσων από τους Ρώσους θα οδηγήσει στη δημιουργία της βραχύβιας «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807), η οποία θα βρίσκεται υπό ρωσική και οθωμανική κυριαρχία. Κατά το πρώτο διάστημα της οργάνωσής της ξέσπασαν εξεγέρσεις και ταραχές στα Επτάνησα, διότι οι κάτοικοι δυσαρεστήθηκαν από τις αρχικές συνταγματικές ρυθμίσεις που τους αφαιρούσαν δικαιώματα παραχωρημένα σε αυτούς από τους Γάλλους. Υπό τον κίνδυνο οι ταραχές αυτές να προκαλέσουν στρατιωτική παρέμβαση των Οθωμανών στα Επτάνησα, ο τότε πρόεδρος της Επτανησιακής Γερουσίας, Σπυρίδων Θεοτόκης, προσπάθησε να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιδικίες και ζήτησε μέσω των ευγενών και των αστών την εκ νέου μεσολάβηση της Ρωσίας, ώστε να καταρτιστεί νέο σύνταγμα. 

ΠΗΓΗ: https://latistor.blogspot.com/2020/11/blog-post.html 

ΚΕΙΜΕΝΟ: Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Πίστομα [1] (1898) 

    Όταν ύστερα από την αναρχία πού 'χεν ανταριάσει [2] τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. 

   Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά [3] κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
   O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν [4] ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν [5] ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. 
   Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια [6], κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, το 'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
    Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: 
  "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου [7] πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" 
  T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας [8]. 
   "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα [9] μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θα 'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος [10], και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε [11]. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." 
 Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε [12]. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: 
 "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" 
   Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε [13]. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. 
   Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. 
 "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού 'χουν αρπάξει, καθώς μού 'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."       
 "Tον σκότωσες!" 
 Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε [14].
   Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
   Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή [15]βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. 
   Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο·το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά [16] και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. 
    Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: 
 "Bάλ' το πίστομα μέσα. 
_________________
[1] Πίστομα: μπρούμυτα 
[2] ανταριάζω: αναστατώνω 
[3] αγκαλά: συνάμα
[4] ρεμπελεύω: γίνομαι άνω κάτω 
[5] αξαίνω: μεγαλώνω 
[6] τέλεια: εντελώς
[7] αγκαλά και: παρόλο που 
[8] λουχτουκιώ: κλαίω με λυγμούς
[9] φταίσμα: φταίξιμο 
[10] αδύνατο μέρος: γυναίκα και παιδιά
[11] αντρειεύομαι: τα βάζω με κάποιον 
[12] αντικόφτω: διακόπτω 
[13] αναντρανίζω: κοιτάζω με προσήλωση 
[14] πληθαίνω: δυναμώνω
[15] πρωτυτερνή: προηγηθείσα 
[16] γουλί: χαλίκι

ΠΙΣΤΟΜΑ του Κωνσταντίνου Θεοτόκη 
Αφήγηση Μιχάλης Καλιότσος
"Πίστομα" (μικρού μήκους), 2011. Σκηνοθεσία: Γιώργος Φουρτούνης. 
 Πρώτο βραβείο μυθοπλασίας στη Δράμα, 2011.
ΑΚΟΜΑ; (Κωνσταντίνος Θεοτόκης)

 Το λιτρουβιό άλεθε. Δυο φωτιές μαύρες εφέγγαν αδύνατα στην καπνούρα που ανάδινε η στια. Το λιθάρι έτριζε, η ζιφταριά εσούρωνε λάδι. Τρεις από τους συντρόφους εδουλεύαν, δύο άλλοι εκοιμόνταν κατά γης απάνου στα λιόστα. Είταν μεσάνυχτα και κρύο. 
Η πόρτα άνοιξε. Ένας κυνηγός εμπήκε με τα σκυλιά του, άντρας ως σαράντα χρονώ, μεγάλος με αντρίκια αλλά ήμερην όψη, και που εφορούσε φέσι και σεγγούνι και πλατοβράκι. Εφαινότουν ταραγμένος. 
«Καλή σπέρα Θοδόση» του είπαν «εβάρεσες κουνάδια;» 
«Καλή σπέρα» αποκρίθηκε «πού είναι ο Κούρκουπος;» 
«Αυτού πέρα κοιμάται» έκαμε ένας από τους δουλευτάδες, άντρας μεσόκοπος και πού είταν, καθώς λέγουν, του λιτρουβιού ο καραβοκύρης. Κ’ επρόσθεσε.
 «Κούρκουπε, ξύπνα. Ο ξάδερφος σου». 
Αλλά ο Κούρκουπος δεν ξυπνούσε: είχε βαρύν ύπνο· και ο Θοδόσης επήγε σιμά του και τον εσκούντησε με το πόδι. 
«Τι είναι;» έκαμε μισοκοιμισμένος. «Τώρα, τώρα επλάγιασα. Ήρθε κιόλας το αλλάγι μου;» 
«Ξύπνα· η γυναίκα σου σε θέλει· είμουν για κουνάδια και την είδα.» 
Ο Κούρουπος εσηκώθηκε αμέσως ανήσυχος.
 Είτουν νέος ως εικοσιπέντε χρονώ· όμορφος όχι· μα το ανάβλεμμά του έδειχνε πολλή καλοσύνη. Κι αυτός είτουν χωριάτικα ντυμένος, λιγδερός από τα λάδια, και με κορμί μαζωμένο λίγο από την άκοπη εργασία. 
Οι δυο άντρες εβγήκαν αντάμα. Το χωριό εκοιμότουν. Η αστροφεγγιά εφώτιζε το δρόμο. Κάπου κάπου σκύλος τους αλυχτούσε. 
«Τι τρέχει;» ερώτησε ο Κούρκουπος σκιασμένος. 
Ο άλλος δεν απολογήθη. Σιωπηλά εφτάσαν βιαστικοί στη γειτονιά τους. Ο Κούρκουπος έτρεξε στο σπίτι του, αλλά εβρήκε την πόρτα μανταλωμένην απ’ όξω. 
«Πού είναι;» ερώτησε ντροπιασμένος.
 «Πέρα στους Έρμονες» του απάντησεν ο Θοδόσης· και χωρίς άλλο λόγο εκίνησε προς τον κατήφορο.
Ο άλλος ακολούθησε· κρύος ίδρος επερίχυνε τα μέλη του· οι πλάτες του επαγώναν· είχε χάσει την ομιλιά του. 
Εκατεβήκαν στο στενό μονοπάτι προς τη θάλασσα. Ο τόπος είτουν έρημος. Τα βουνά ορθωμένα, ανακατωμένα και απόγκρεμα, εφαινόνταν την ώρα εκείνη μαύρα· το νερό του τράφου έβραζε με τις πέτρες. Στο τρίστρατο του φουρκισμένου εσταθήκαν κ’ εκρυφτήκαν πίσω από ένα βράχο. Ο Κούρκουπος εκάθισε, γιατί τα γόνατα του ετρέμαν, ο άλλος τον κοίταξε ζητώντας να μαντέψει την όψη του στο σκοτάδι. Ανάμειναν κι αφοκραζόνταν· 
Οι φτερωτές των μύλων εγύριζαν άκοπα κ’ εφτάναν στ’ αυτιά τους τα τραγούδια των μυλωνάδων, μαζί με τη βοή του νερού και με τα λαλήματα τα πρώτα του κοκόρου. 
 Ξάφνως οι σκύλοι εμούγκρισαν, αλλά ο Θοδόσης τους ησύχασε μ’ ένα νόημα κ’ εμουρμούρισε: — «Να την. Πάρε.» Και του έβαλε το καριοφύλι στο χέρι.
 Ένας ίσκιος τους επλησίαζε ανεβαίνοντας το ρόβολο. Μηχανικά ο Κούρκουπος επήρε το ντουφέκι και εσήκωσε το λύκο. Τα μάτια του είταν καρφωμένα απάνου στον άνθρωπο, που τώρα εδιάβαινε βιαστικά σιμά τους. Οι σκύλοι δεν εσάλεψαν. Κι ο Κούρκουπος αναστέναξε βαθιά κ’είπε αλαφρωμένος ποθώνοντας το όπλο. 
«Είναι άντρας». 
«Είναι αντρίκια ντυμένη· οι σκύλοι την εγνώρισαν. Χτύπα».
 Δεν υπάκουσε, γιατί δεν ήθελε να πιστέψει. 
«Είναι αντρίκια ντυμένη» του ματάειπε ανυπόμονα. «Την είδα να κατεβαίνει».
 Και με τα λόγια τούτα του απόσβησε κάθε ελπίδα. Ο Κούρκουπος εκατάλαβε μέσα του, πως μελλάμενο του είταν να γένει φονιάς· και η σκέψη τούτη είταν τρομερή τόσο για τον καλόν άνθρωπο που ενικούσε και την οργή και τη θλίψη του.
 Εκείνη ωστόσο εμάκραινε κ’ είτουν έτοιμη να πάρει το γύρισμα του δρόμου. 
«Τι προσμένεις; Μας έφυγε. Αυτή είναι». Του ‘πε με βραχνή φωνή ο Θοδόσης. «Μας εντροπιάσατε». Κ’ έκαμε να του αρπάξει το ντουφέκι. 
«Εσύ δε θα τη σκοτώσεις!» Κ’εφώναξε αποφασισμένος: 
«Γυναίκα, στάσου· ειδεμή…»
 Μα εκείνη εβάλθη να τρέχει όσο εδύνοτουν, και μια στιγμή την έχασαν από μπρος τους. 
«Είδες, είδες; φεύγει η άτιμη» είπε ο Θοδόσης. 
Κ’ εριχτήκαν με μιας κ’ οι δύο κατόπι της, και οι σκύλοι την εκυνήγησαν αλυχτώντας. Αφού επροσπέρασαν το γύρισμα την είδαν πάλι σιμά τους.
 Κι ο Κούρκουπος οργισμένος τώρα της εφώναξε: «Στάσου, στάσου».
 Ενώ ο άλλος του ’λεγε. «Τράβα της· τέλειωνε». 
Μα ο Κούρκουπος δεν άκουε τίποτις· ήθελε τώρα να μάθει τη ντροπή του από το στόμα της· και, χωρίς να σταθούν, την εξάτρεξε ολόγυρα και την επρόφτασε τέλος προς τα έμπα του χωριού, και την άδραξε από τα μαλλιά και την έβαλε κάτου.
 Εκείνη έριξε ψιλή φωνή. 
« Όχι εδώ» του ’πε ο Θοδόσης· «θα ξυπνήσει ο κόσμος. Δος μου το ντουφέκι να μη βρεθεί στα χέρια σου».
 Και ο Κούρκουπος υπάκουσε· του απάφησε το όπλο˙ και εσήκωσε την τρομαγμένη γυναίκα στα δυο χέρια και την έσυρε στο σπίτι. 
Άνοιξε η ίδια, γιατί είχε τα κλειδιά, με κρύα καρδιά· και το αντρόγυνο εμπήκαν μέσα μοναχοί τους. Αυτός έκλεισε με βιά την πόρτα. 
Έμειναν για μια στιγμή χωρίς φως, κ’ εφοβηθήκαν κ’ οι δυο τους. Καθώς όμως είτουν μαθημένη έβαλε προσανάμματα στη στια που εκρουφόκαιγε στην ογνήστρα και με μιας έλαμψε το σπίτι. 
Το πρόσωπο του Κούρκουπου είταν συγνεφιασμένο· βλέποντάς τον ελίγωσεν η γυναίκα κ’εκάθισε χάμου. 
Έφαινότουν μικρή στ’ αντρίκια φορέματα που μολογούσαν το έγκλημά της· και κοιτάζοντάς την τον επαραπήρε ή χολή, τα φρένα του εσκοτιστήκαν, μια στιγμή ακόμα ετσώπασε, κ’ ύστερα με βαθύ ανασασμό της είπε: 
«Τέτοια ώρα, αντρίκια ντυμένη, στους Έρμονες. Σκύλα πού είσουν;» 
Εκείνη λόγο. Τότες επήρε τη μεγάλην απόφαση. Ανατρίχιασε· εξέταζε με το μάτι όλο το σπίτι ζητώντας· και του παρουσιάστη στην όψη ένας κόπιδας που τον άδραξε αμέσως. Εβρέθη σιμά της και της έλεγε φοβερίζοντας.
 «Πού είσουν; πού είσουν;» Κι όσο εκείνη από τρομάρα κ’ έλεγχος δεν αποκρενότουν, τόσο η χολή του επέρσευε, τόσο την ετυραγνούσε· κ’ έκατάλαβε η άτυχη πως είταν τώρα το τέλος της.
 «Έλεος, έλεος» είπε· «αμαρτωλή είμαι· μα είμαι έγκυα· δικό σου είναι το παιδί, μα το θεό!» 
Έμεινε ο Κούρκουπος· εγίνη κίτρινος· ο λόγος της τον εξαρμάτωνε. 
Η στια είχε πέσει, εκείνη έκλαιγε θερμά· όξω εξημέρωνε. 
Κι ο Θοδόσης που’χε παραμονέψει εχτύπησε μ’ορμή βαριά την πόρτα· κ’ είπε: «Ακόμα; ακόμα;» 
Και σαν απάντηση ακουστήκαν φωνές από μέσα. 
«Έλεος, έλεος, το παιδί σου. Απάνθρωπε, με σκότωσες!» και δυνατά όσο εδυνότουν: — «Βοήθεια, βοήθεια!… Α!» Κ’ύστερα άκρα σιωπή. 
Τότες όμως ανοιχτήκαν τ’άλλα σπίτια, κ’εβγήκαν οι γειτόνοι άντυτοι, ανταριασμένοι, κ’εσυναχτήκαν μπρος στου Κούρκουπου το σπίτι, άντρες, παιδιά, ρωτώντας τί τρέχει· κι αφοκραστήκαν το πνιμένο ρουχαλητό που έβγαινε τώρα από μέσα.
 Ο Θοδόσης τους αποκρίθηκε: — «Την εσκότωσε». 

1 λιτρουβιό: ελαιοτριβείο. 
 2 στια: τζάκι. 
 3 ζιφταριά: ξύλινο πιεστήριο λαδιού και κρασιού.
 4 λιόστα: τα στερεά απόβλητα του ελαιουργείου. 
 5 σεγγούνι: γιλέκο από χοντρό ύφασμα. 
 6 κουνάδια: κουνάβι: μικρό σαρκοφάγο θηλαστικό.
 7 αλλάγι: βάρδια. 
 8 ρόβολο: κατηφόρα. 
 9 ποθώνοντας: ακουμπώντας κάτω. 
 10 ογνήστρα: τζάκι

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Η μείωση της κατανάλωσης βοδινού κρέατος… σώζει τον πλανήτη Το βοδινό κρέας είναι αυτό που έχει το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Και αυτό γιατί το σύστημα παραγωγής του, και όχι μόνο το ίδιο το προϊόν, είναι ιδιαιτέρως επιβαρυντικό για το περιβάλλον. Είναι χαρακτηριστικό ότι εάν περιορίσουμε το μοσχαρίσιο κρέας σε ένα μόνο γεύμα το αποτύπωμα άνθρακα ενός και μόνο ατόμου για εκείνη την ημέρα, σύμφωνα με έρευνες, μειώνεται στο μισό!