Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΠΙΣΤΟΜΑ - ΑΚΟΜΑ; ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

"ΠΙΣΤΟΜΑ", Κ. Θεοτόκη

Τ
ο «Πίστομα», από τα Διηγήματα "Kορφιάτικες ιστορίες", εντάσσεται λογοτεχνικά στο είδος της «ρεαλιστικής αγροτικής» ηθογραφίας. Τα στοιχεία που δομούν το συγκεκριμένο διήγημα ― αφανή και εμφανή ― είναι οι χαρακτήρες του, το περιβάλλον, συγκεκριμένες αναφορές σε ήθη, η ματιά ή η στάση του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα που αφηγείται, οι ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ή πιέσεις της εποχής στην οποία γράφτηκε, τα στοιχεία, εν τέλει, που συνθέτουν την προσωπικότητα του συγγραφέα.





Η πηγή της ιστορίας 
Το περιστατικό που αποτέλεσε την αφορμή για τη συγγραφή του συγκλονιστικού αυτού διηγήματος είναι αληθινό και είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΑΥΤΗΣ ΕΝ ΕΤΕΣΙ 1800, 1801, 1802», του Μάρκου Θεοτόκη, πατέρα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει ως εξής:

 «Εν μέσω τοιούτων αιματοχυσιών, αρπαγών καταστροφών και ανηκούστων τεραστίων εγκλημάτων, ως συνέβη εν Μαγουλάδαις, όπου εγκληματίας τις* φυγοδικών επέστρεψεν εν τη οικία αυτού και ευρών εν τέκνον περισσότερον των όσων εγκατέλιπε, και υποπτεύσας δυσπιστίαν εις την σύζυγον αυτού, ώρυξε λάκκον και υπεχρέωσε την μητέρα να θέση εντός αυτής το νήπιον, όπερ έθαψε ζων και μετά ταύτα εφόνευσε ληστήν τινά** συγχωρικόν του, υποπτεύσας αυτόν αίτιον της γεννήσεως του παιδίου***. Εν μέσω τοιούτων κακουργημάτων δυνάμενων να επιφέρωσι την απελπισίαν εις τον αγαπώντα την Κέρκυραν, η συνείδησις αυτού ευρίσκει παρηγορίαν και αναψυχήν εις γεγονότα άτινα τρανώς αποδεικνύουσιν ότι η κακοήθεια η κακεντρέχεια η τάσις εις την αρπαγήν και εις τα εγκλήματα δεν ήσαν τα φρονήματα ειμή ομάδος τινός των κατοίκων των αγροτικών τμημάτων…»

*Αντώνιος Βραχνός καλούμενος Κουκουλιώτης 
**Τον καλούμενο Κουτσόμουλον 
***Ταύτα ακοή παρελάβομεν παρά των υιών των κακούργων εκείνων. 
 
 Ιστορικό πλαίσιο
Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους το 1797 και την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798, η Πύλη ζήτησε τη συνδρομή των Ρώσων εναντίον των Γάλλων. Ο ρωσικός στόλος πέρασε τότε για πρώτη φορά από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, το 1798, στο Αιγαίο, έπλευσε στο Ιόνιο και κατέλαβε τα Επτάνησα. Η κατάληψη των Επτανήσων από τους Ρώσους θα οδηγήσει στη δημιουργία της βραχύβιας «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807), η οποία θα βρίσκεται υπό ρωσική και οθωμανική κυριαρχία. Κατά το πρώτο διάστημα της οργάνωσής της ξέσπασαν εξεγέρσεις και ταραχές στα Επτάνησα, διότι οι κάτοικοι δυσαρεστήθηκαν από τις αρχικές συνταγματικές ρυθμίσεις που τους αφαιρούσαν δικαιώματα παραχωρημένα σε αυτούς από τους Γάλλους. Υπό τον κίνδυνο οι ταραχές αυτές να προκαλέσουν στρατιωτική παρέμβαση των Οθωμανών στα Επτάνησα, ο τότε πρόεδρος της Επτανησιακής Γερουσίας, Σπυρίδων Θεοτόκης, προσπάθησε να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιδικίες και ζήτησε μέσω των ευγενών και των αστών την εκ νέου μεσολάβηση της Ρωσίας, ώστε να καταρτιστεί νέο σύνταγμα. 

ΠΗΓΗ: https://latistor.blogspot.com/2020/11/blog-post.html 

ΚΕΙΜΕΝΟ: Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Πίστομα [1] (1898) 

    Όταν ύστερα από την αναρχία πού 'χεν ανταριάσει [2] τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. 

   Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά [3] κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
   O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν [4] ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν [5] ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. 
   Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια [6], κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, το 'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
    Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: 
  "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου [7] πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" 
  T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας [8]. 
   "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα [9] μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θα 'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος [10], και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε [11]. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." 
 Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε [12]. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: 
 "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" 
   Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε [13]. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. 
   Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. 
 "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού 'χουν αρπάξει, καθώς μού 'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."       
 "Tον σκότωσες!" 
 Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε [14].
   Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
   Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή [15]βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. 
   Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο·το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά [16] και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. 
    Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: 
 "Bάλ' το πίστομα μέσα. 
_________________
[1] Πίστομα: μπρούμυτα 
[2] ανταριάζω: αναστατώνω 
[3] αγκαλά: συνάμα
[4] ρεμπελεύω: γίνομαι άνω κάτω 
[5] αξαίνω: μεγαλώνω 
[6] τέλεια: εντελώς
[7] αγκαλά και: παρόλο που 
[8] λουχτουκιώ: κλαίω με λυγμούς
[9] φταίσμα: φταίξιμο 
[10] αδύνατο μέρος: γυναίκα και παιδιά
[11] αντρειεύομαι: τα βάζω με κάποιον 
[12] αντικόφτω: διακόπτω 
[13] αναντρανίζω: κοιτάζω με προσήλωση 
[14] πληθαίνω: δυναμώνω
[15] πρωτυτερνή: προηγηθείσα 
[16] γουλί: χαλίκι

ΠΙΣΤΟΜΑ του Κωνσταντίνου Θεοτόκη 
Αφήγηση Μιχάλης Καλιότσος
"Πίστομα" (μικρού μήκους), 2011. Σκηνοθεσία: Γιώργος Φουρτούνης. 
 Πρώτο βραβείο μυθοπλασίας στη Δράμα, 2011.
ΑΚΟΜΑ; (Κωνσταντίνος Θεοτόκης)

 Το λιτρουβιό άλεθε. Δυο φωτιές μαύρες εφέγγαν αδύνατα στην καπνούρα που ανάδινε η στια. Το λιθάρι έτριζε, η ζιφταριά εσούρωνε λάδι. Τρεις από τους συντρόφους εδουλεύαν, δύο άλλοι εκοιμόνταν κατά γης απάνου στα λιόστα. Είταν μεσάνυχτα και κρύο. 
Η πόρτα άνοιξε. Ένας κυνηγός εμπήκε με τα σκυλιά του, άντρας ως σαράντα χρονώ, μεγάλος με αντρίκια αλλά ήμερην όψη, και που εφορούσε φέσι και σεγγούνι και πλατοβράκι. Εφαινότουν ταραγμένος. 
«Καλή σπέρα Θοδόση» του είπαν «εβάρεσες κουνάδια;» 
«Καλή σπέρα» αποκρίθηκε «πού είναι ο Κούρκουπος;» 
«Αυτού πέρα κοιμάται» έκαμε ένας από τους δουλευτάδες, άντρας μεσόκοπος και πού είταν, καθώς λέγουν, του λιτρουβιού ο καραβοκύρης. Κ’ επρόσθεσε.
 «Κούρκουπε, ξύπνα. Ο ξάδερφος σου». 
Αλλά ο Κούρκουπος δεν ξυπνούσε: είχε βαρύν ύπνο· και ο Θοδόσης επήγε σιμά του και τον εσκούντησε με το πόδι. 
«Τι είναι;» έκαμε μισοκοιμισμένος. «Τώρα, τώρα επλάγιασα. Ήρθε κιόλας το αλλάγι μου;» 
«Ξύπνα· η γυναίκα σου σε θέλει· είμουν για κουνάδια και την είδα.» 
Ο Κούρουπος εσηκώθηκε αμέσως ανήσυχος.
 Είτουν νέος ως εικοσιπέντε χρονώ· όμορφος όχι· μα το ανάβλεμμά του έδειχνε πολλή καλοσύνη. Κι αυτός είτουν χωριάτικα ντυμένος, λιγδερός από τα λάδια, και με κορμί μαζωμένο λίγο από την άκοπη εργασία. 
Οι δυο άντρες εβγήκαν αντάμα. Το χωριό εκοιμότουν. Η αστροφεγγιά εφώτιζε το δρόμο. Κάπου κάπου σκύλος τους αλυχτούσε. 
«Τι τρέχει;» ερώτησε ο Κούρκουπος σκιασμένος. 
Ο άλλος δεν απολογήθη. Σιωπηλά εφτάσαν βιαστικοί στη γειτονιά τους. Ο Κούρκουπος έτρεξε στο σπίτι του, αλλά εβρήκε την πόρτα μανταλωμένην απ’ όξω. 
«Πού είναι;» ερώτησε ντροπιασμένος.
 «Πέρα στους Έρμονες» του απάντησεν ο Θοδόσης· και χωρίς άλλο λόγο εκίνησε προς τον κατήφορο.
Ο άλλος ακολούθησε· κρύος ίδρος επερίχυνε τα μέλη του· οι πλάτες του επαγώναν· είχε χάσει την ομιλιά του. 
Εκατεβήκαν στο στενό μονοπάτι προς τη θάλασσα. Ο τόπος είτουν έρημος. Τα βουνά ορθωμένα, ανακατωμένα και απόγκρεμα, εφαινόνταν την ώρα εκείνη μαύρα· το νερό του τράφου έβραζε με τις πέτρες. Στο τρίστρατο του φουρκισμένου εσταθήκαν κ’ εκρυφτήκαν πίσω από ένα βράχο. Ο Κούρκουπος εκάθισε, γιατί τα γόνατα του ετρέμαν, ο άλλος τον κοίταξε ζητώντας να μαντέψει την όψη του στο σκοτάδι. Ανάμειναν κι αφοκραζόνταν· 
Οι φτερωτές των μύλων εγύριζαν άκοπα κ’ εφτάναν στ’ αυτιά τους τα τραγούδια των μυλωνάδων, μαζί με τη βοή του νερού και με τα λαλήματα τα πρώτα του κοκόρου. 
 Ξάφνως οι σκύλοι εμούγκρισαν, αλλά ο Θοδόσης τους ησύχασε μ’ ένα νόημα κ’ εμουρμούρισε: — «Να την. Πάρε.» Και του έβαλε το καριοφύλι στο χέρι.
 Ένας ίσκιος τους επλησίαζε ανεβαίνοντας το ρόβολο. Μηχανικά ο Κούρκουπος επήρε το ντουφέκι και εσήκωσε το λύκο. Τα μάτια του είταν καρφωμένα απάνου στον άνθρωπο, που τώρα εδιάβαινε βιαστικά σιμά τους. Οι σκύλοι δεν εσάλεψαν. Κι ο Κούρκουπος αναστέναξε βαθιά κ’είπε αλαφρωμένος ποθώνοντας το όπλο. 
«Είναι άντρας». 
«Είναι αντρίκια ντυμένη· οι σκύλοι την εγνώρισαν. Χτύπα».
 Δεν υπάκουσε, γιατί δεν ήθελε να πιστέψει. 
«Είναι αντρίκια ντυμένη» του ματάειπε ανυπόμονα. «Την είδα να κατεβαίνει».
 Και με τα λόγια τούτα του απόσβησε κάθε ελπίδα. Ο Κούρκουπος εκατάλαβε μέσα του, πως μελλάμενο του είταν να γένει φονιάς· και η σκέψη τούτη είταν τρομερή τόσο για τον καλόν άνθρωπο που ενικούσε και την οργή και τη θλίψη του.
 Εκείνη ωστόσο εμάκραινε κ’ είτουν έτοιμη να πάρει το γύρισμα του δρόμου. 
«Τι προσμένεις; Μας έφυγε. Αυτή είναι». Του ‘πε με βραχνή φωνή ο Θοδόσης. «Μας εντροπιάσατε». Κ’ έκαμε να του αρπάξει το ντουφέκι. 
«Εσύ δε θα τη σκοτώσεις!» Κ’εφώναξε αποφασισμένος: 
«Γυναίκα, στάσου· ειδεμή…»
 Μα εκείνη εβάλθη να τρέχει όσο εδύνοτουν, και μια στιγμή την έχασαν από μπρος τους. 
«Είδες, είδες; φεύγει η άτιμη» είπε ο Θοδόσης. 
Κ’ εριχτήκαν με μιας κ’ οι δύο κατόπι της, και οι σκύλοι την εκυνήγησαν αλυχτώντας. Αφού επροσπέρασαν το γύρισμα την είδαν πάλι σιμά τους.
 Κι ο Κούρκουπος οργισμένος τώρα της εφώναξε: «Στάσου, στάσου».
 Ενώ ο άλλος του ’λεγε. «Τράβα της· τέλειωνε». 
Μα ο Κούρκουπος δεν άκουε τίποτις· ήθελε τώρα να μάθει τη ντροπή του από το στόμα της· και, χωρίς να σταθούν, την εξάτρεξε ολόγυρα και την επρόφτασε τέλος προς τα έμπα του χωριού, και την άδραξε από τα μαλλιά και την έβαλε κάτου.
 Εκείνη έριξε ψιλή φωνή. 
« Όχι εδώ» του ’πε ο Θοδόσης· «θα ξυπνήσει ο κόσμος. Δος μου το ντουφέκι να μη βρεθεί στα χέρια σου».
 Και ο Κούρκουπος υπάκουσε· του απάφησε το όπλο˙ και εσήκωσε την τρομαγμένη γυναίκα στα δυο χέρια και την έσυρε στο σπίτι. 
Άνοιξε η ίδια, γιατί είχε τα κλειδιά, με κρύα καρδιά· και το αντρόγυνο εμπήκαν μέσα μοναχοί τους. Αυτός έκλεισε με βιά την πόρτα. 
Έμειναν για μια στιγμή χωρίς φως, κ’ εφοβηθήκαν κ’ οι δυο τους. Καθώς όμως είτουν μαθημένη έβαλε προσανάμματα στη στια που εκρουφόκαιγε στην ογνήστρα και με μιας έλαμψε το σπίτι. 
Το πρόσωπο του Κούρκουπου είταν συγνεφιασμένο· βλέποντάς τον ελίγωσεν η γυναίκα κ’εκάθισε χάμου. 
Έφαινότουν μικρή στ’ αντρίκια φορέματα που μολογούσαν το έγκλημά της· και κοιτάζοντάς την τον επαραπήρε ή χολή, τα φρένα του εσκοτιστήκαν, μια στιγμή ακόμα ετσώπασε, κ’ ύστερα με βαθύ ανασασμό της είπε: 
«Τέτοια ώρα, αντρίκια ντυμένη, στους Έρμονες. Σκύλα πού είσουν;» 
Εκείνη λόγο. Τότες επήρε τη μεγάλην απόφαση. Ανατρίχιασε· εξέταζε με το μάτι όλο το σπίτι ζητώντας· και του παρουσιάστη στην όψη ένας κόπιδας που τον άδραξε αμέσως. Εβρέθη σιμά της και της έλεγε φοβερίζοντας.
 «Πού είσουν; πού είσουν;» Κι όσο εκείνη από τρομάρα κ’ έλεγχος δεν αποκρενότουν, τόσο η χολή του επέρσευε, τόσο την ετυραγνούσε· κ’ έκατάλαβε η άτυχη πως είταν τώρα το τέλος της.
 «Έλεος, έλεος» είπε· «αμαρτωλή είμαι· μα είμαι έγκυα· δικό σου είναι το παιδί, μα το θεό!» 
Έμεινε ο Κούρκουπος· εγίνη κίτρινος· ο λόγος της τον εξαρμάτωνε. 
Η στια είχε πέσει, εκείνη έκλαιγε θερμά· όξω εξημέρωνε. 
Κι ο Θοδόσης που’χε παραμονέψει εχτύπησε μ’ορμή βαριά την πόρτα· κ’ είπε: «Ακόμα; ακόμα;» 
Και σαν απάντηση ακουστήκαν φωνές από μέσα. 
«Έλεος, έλεος, το παιδί σου. Απάνθρωπε, με σκότωσες!» και δυνατά όσο εδυνότουν: — «Βοήθεια, βοήθεια!… Α!» Κ’ύστερα άκρα σιωπή. 
Τότες όμως ανοιχτήκαν τ’άλλα σπίτια, κ’εβγήκαν οι γειτόνοι άντυτοι, ανταριασμένοι, κ’εσυναχτήκαν μπρος στου Κούρκουπου το σπίτι, άντρες, παιδιά, ρωτώντας τί τρέχει· κι αφοκραστήκαν το πνιμένο ρουχαλητό που έβγαινε τώρα από μέσα.
 Ο Θοδόσης τους αποκρίθηκε: — «Την εσκότωσε». 

1 λιτρουβιό: ελαιοτριβείο. 
 2 στια: τζάκι. 
 3 ζιφταριά: ξύλινο πιεστήριο λαδιού και κρασιού.
 4 λιόστα: τα στερεά απόβλητα του ελαιουργείου. 
 5 σεγγούνι: γιλέκο από χοντρό ύφασμα. 
 6 κουνάδια: κουνάβι: μικρό σαρκοφάγο θηλαστικό.
 7 αλλάγι: βάρδια. 
 8 ρόβολο: κατηφόρα. 
 9 ποθώνοντας: ακουμπώντας κάτω. 
 10 ογνήστρα: τζάκι

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Η μείωση της κατανάλωσης βοδινού κρέατος… σώζει τον πλανήτη Το βοδινό κρέας είναι αυτό που έχει το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Και αυτό γιατί το σύστημα παραγωγής του, και όχι μόνο το ίδιο το προϊόν, είναι ιδιαιτέρως επιβαρυντικό για το περιβάλλον. Είναι χαρακτηριστικό ότι εάν περιορίσουμε το μοσχαρίσιο κρέας σε ένα μόνο γεύμα το αποτύπωμα άνθρακα ενός και μόνο ατόμου για εκείνη την ημέρα, σύμφωνα με έρευνες, μειώνεται στο μισό!

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

 ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι' αυτό.


Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι' αυτό.



Η εισήγησή του έφτασε με επιστολή στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά. Ετοιμάστηκε με ελάχιστα έξοδα και πολλή εθελοντική δουλειά, και είχε μεγάλη επιτυχία.


Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.

Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».


Πηγήhttps://www.sansimera.gr/worldays/8


Και δημιουργίες των μαθητών του 2ου ΓΕΛ ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ Μάρτιος 2024



Αγάπη - Έρωτας από Androniki Masaouti

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης που γιορτάζεται στις 21 Μαρτίου 11 σπουδαίοι Έλληνες ποιητές μιλούν για την τέχνη που υπηρετούν.  
 Και άλλες απόψεις των ίδιων των ποιητών για την τέχνη τους...

ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ (ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΑ) ΟΙ: Κούλα Αδαλόγλου, Γιώργος Αλισάνογλου, Φιλαρέτη Βυζαντίου, Κωνσταντίνος Γεωργίου, Χρήστος-Αρμάντο Γκέζος,  Αναστασία Γκίτση, Σοφία Ελευθερίου, Αγγελική Ζεβγολάτη, Ειρήνη , Ιωαννίδου, Παναγιώτης Καλυβίτης, Μαρία Κουλούρη, Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Χριστίνα Λαμπούση, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Γεωργία Μακρογιώργου, Νεκταρία-Νίνα Μενδρινού, Καλλιόπη Μπαγουλή, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ειρήνη Παραδεισανού, Φάνης Παπαγεωργίου, Αννα Πετρίδου, Σίση Σιακαβάρα, Πάνος Σταθόγιαννης, Βαρβάρα Χριστιά, Αντώνης Ψάλτης

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ

 

Ορισμός 
Είναι η ηλικιακή ύστερη, ώριμη βιολογικά, περίοδος του ανθρώπου, κατά την οποία οι δυνάμεις του εξασθενούν και η ιδέα του επικείμενου θανάτου δημιουργεί μια δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση σ’ αυτόν, όσο ψυχικό σθένος και αν διαθέτει. 

Χαρακτηριστικά 3ης ηλικίας 

Βιολογικά: 
• Εξασθενούν οι σωματικές δυνάμεις: αργό βάδισμα, ελάττωση της αντοχής, προβλήματα υγείας. 
• Αμβλύνονται οι αισθήσεις, ιδιαίτερα η όραση. 
• Εμφανίζεται δυσκαμψία στις αρθρώσεις. 
• Περιορίζεται η ενεργητικότητα. 
• Ο εγκέφαλος σταδιακά αδρανοποιείται. 

Πνευματικά: 
• Μειώνεται η προσαρμοστικότητα. 
• Παρατηρείται δυσκαμψία στις ιδέες, συντηρητικότητα και επιφυλακτικότητα. 
• Εξασθενεί η μνήμη και στρέφεται περισσότερο στο απώτερο παρελθόν (επικράτηση της μακροπρόθεσμης μνήμης εις βάρος της βραχυπρόθεσμης). 
• Στα βαθιά γηρατειά παρατηρείται απώλεια της νοητικής και κριτικής διαύγειας. 

Ψυχολογικά: 
• Ψυχική κούραση, απαισιοδοξία, τάση απομόνωσης. 
• Αισθάνονται να παραγκωνίζονται από την κοινωνική ζωή εξαιτίας των εξελίξεων που αδυνατούν να παρακολουθούν. 
• Διακρίνονται από εμμονές, πείσμα και αδιαλλαξία. 
• Κρίνουν έντονα τους νέους για τις επιλογές τους εξωραΐζοντας τη δική τους γενιά και διατυμπανίζοντας τα επιτεύγματά τους. 
• Απαιτούν το σεβασμό από τους άλλους στηριζόμενοι αποκλειστικά και μόνο στην ηλικία. Έτσι, ο σεβασμός δεν ανταποδίδεται προς τους νεότερους. 
• Πολλοί ηλικιωμένοι δεν περιορίζουν τον παρεμβατικό ρόλο τους στη συμβουλευτική μονάχα παροχή και εμπλέκονται στη διαμόρφωση της ζωής των άλλων, ασχέτως ηλικίας.
 • Άτομα με ζωή γεμάτη αντιφάσεις, ελλείψεις, ψυχικά τραύματα και ανεκπλήρωτους πόθους αντιμετωπίζουν το τέλος με φόβο και ανασφάλεια. 
• Ο κοινωνικός παραγκωνισμός και ο θάνατος των προσφιλών προσώπων οδηγεί αναπόφευκτα στην πεισιθάνατη μοναξιά και την αίσθηση ανικανότητας.
 
Οικονομικά: 
• Νιώθουν οικονομική ανασφάλεια, γιατί γνωρίζουν πως δε δύνανται πλέον να εργαστούν και να αλλάξουν τα οικονομικά τους δεδομένα. 
• Συχνά, δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά εξαιτίας των χαμηλών συντάξεων. 
• Δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα φάρμακα και να ανταποκριθούν οικονομικά στις ιατρικές συμβουλές.
 • Η οικονομική ανασφάλεια διαμορφώνει ενίοτε ένα φαινομενικά φιλοχρήματο χαρακτήρα. Γίνονται φειδωλοί στα έξοδα και συσσωρεύουν χρήματα για παν ενδεχόμενο. 

Θετικά Χαρακτηριστικά Ηλικιωμένων 
Στον πνευματικό τομέα
• Ποιοτική δημιουργικότητα λόγω της πείρας της ζωής. 
• Διαύγεια πνευματική και ισχυρή κρίση στην ανεύρεση ορθής λύσης σε δυσχερή ζητήματα. 
• Απαλλαγή από πάθη και ώριμη σκέψη. 
• Καθοδηγητική και συμβουλευτική δραστηριότητα σε ποικίλες πτυχές του πνευματικού χώρου (ως προς την επιστήμη: στην αποφυγή σφαλμάτων, στη μεθοδολογία, στην αντιμετώπιση ερευνητικών αδιεξόδων, στη μεταλαμπάδευση πολύτιμων γνώσεων, στην επιτυχέστερη επιστημονική μελέτη· ως προς την τέχνη: στη διάσωση και διατήρηση των παραδοσιακών στοιχείων, στη μετακένωση ιδεών, καλλιτεχνικών ρευμάτων και τεχνοτροπιών). 

Στον ψυχολογικό τομέα: 
• Διαλλακτικότητα, συμβιβαστικότητα, ειλικρίνεια και επιείκεια. 
• Οι άνθρωποι που έχουν κορεσθεί από εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής και έχουν διαμορφώσει μια υγιή προσωπικότητα αντιμετωπίζουν το τέλος με γαλήνη και αίσθημα αυτοπραγμάτωσης. 

Στον κοινωνικό τομέα: 
• Πολύτιμοι σύμβουλοι σε οποιοδήποτε κοινωνικό στάδιο: στην οικογένεια, στη δουλειά, στην παιδεία, στην αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, στην εξυγίανση της κοινωνίας. 
• Υποστηρίζουν την κοινωνική γαλήνη και ομόνοια.
 • Ως γιαγιάδες και παππούδες, συμβάλλουν τα μέγιστα στην αγωγή της νέας γενιάς. 

Τρόποι Καταπολέμησης Προβλημάτων Τρίτης Ηλικίας 

Οι ηλικιωμένοι: 

• Να συμμετέχουν σε ποικίλες δραστηριότητες, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη μοναξιά και την ανία. 
• Να διεκδικούν από τη σχέση τους με τους άλλους την ισοτιμία και όχι τη φροντίδα, εφόσον αυτή δεν είναι απολύτως απαραίτητη. Ο κοινωνικός αποκλεισμός μαραίνει τον ηλικιωμένο. 
• Να αναλαμβάνουν ρόλους στο οικογενειακό περιβάλλον (π.χ. τη φύλαξη των παιδιών), ώστε να νιώθουν χρήσιμοι και να ενισχυθεί η αυτοπεποίθησή τους.
 • Να συμμετέχουν σε δραστηριότητες των Κ.Α.Π.Η. και άλλων αντίστοιχων οργανισμών, οι οποίοι παράλληλα με την οργάνωση ψυχαγωγικών δράσεων και εκδρομών ενημερώνουν για θέματα υγείας και συμβάλλουν στην κοινωνική και ψυχική τους αποκατάσταση. 

Η πολιτεία ως κοινωνικό κράτος πρόνοιας: 
• να δίνει συντάξεις ικανές για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους. 
• να εξασφαλίζει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψή τους. 
• να παρέχει βοήθεια κατ’ οίκον, ιδίως σε ανθρώπους που δεν μπορούν να μετακινηθούν ή δεν έχουν κάποιο συγγενικό πρόσωπο να τους στηρίξει. 
• να προωθεί την ισότητα και την αυτονομία των ηλικιωμένων. 
• να τιμά με διάφορες αφορμές τους ηλικιωμένους ως απόδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο. Τα «τιμημένα γηρατειά» να μην είναι λόγος κενός.
 • να καταρτίζει προγράμματα σίτισης των άπορων ηλικιωμένων. Οι συγγενείς: • να μην τους εγκαταλείπουν. 
• να μην τους λησμονούν παραγκωνίζοντάς τους σε κάποιο γηροκομείο.
 • να τους δίνουν την ευκαιρία της καθοδήγησης και της παροχής συμβουλών για όλες τις πλευρές της ζωής. Σεβασμός Προς Ηλικιωμένο Άτομο «Θα έπρεπε οι νέοι να σέβονται τους ηλικιωμένους, μονάχα επειδή είναι μεγαλύτεροι;» Σεβασμός είναι η έμπρακτη απόδοση τιμής προς έναν άνθρωπο, η οποία απορρέει από την εκτίμηση που αισθάνεται κανείς γι’ αυτόν. 

Οι νέοι οφείλουν να εκτιμούν τους ηλικιωμένους για: 
• την καθολικά αποδεκτή κοινωνική τους καταξίωση ως αποτέλεσμα της προσφοράς τους στο κοινωνικό σύνολο.
 • τις γνώσεις, την πείρα και τη σοφία τους, στοιχεία που τους καθιστούν πηγή ωφελιμότητας.
 • τη σωφροσύνη, την ειλικρίνεια, τον αλτρουισμό και την ηθικότητα που επέδειξαν έμπρακτα σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. 
 
Αντίθετα:
 • Η ηλικία, αν δεν συνοδεύεται από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο άξιο σεβασμού. Άλλωστε, όπως έλεγε ο Σοφοκλής, δε δικαιολογείται να είναι κανείς ταυτόχρονα γέροντας και ανόητος. 
• Το σεβασμό δεν τον απαιτεί κανείς, αλλά τον αποσπά επάξια από τον άλλο, καθώς τον πείθει και τον προσελκύει με τη ζωή και τις πράξεις του. 
• Η απαίτηση για σεβασμό υποδηλώνει αυταρχικό χαρακτήρα, στοιχείο που καταργεί όποιο άλλο προνόμιο προβάλλει αξιώσεις εκτίμησης.
 • Ο ηλικιωμένος, παρά την πείρα της ζωής, δεν θεωρείται αλάνθαστος ούτε καθίσταται αυθεντία. Ως εκ τούτου, οφείλει να μην απαιτεί την άκριτη αποδοχή των θέσεών του.

Μια πολύ συγκινητική και διδακτική ταινία με παιδαγωγικό αλλά και κοινωνικό μήνυμα! 
Πατέρας Νίκος Ζωιόπουλος και υιός Παναγιώτης Μπουγιούρης

Εκπαιδευτικό βίντεο σχετικά με το ρόλο της τρίτης ηλικίας ως φορέα κοινωνικοποί-ησης. Αποσπάσματα από την πολύ διδακτική κορεατική ταινία The way home (2002), στην ουσία μια 20λεπτη περίληψη της ταινίας, που δείχνει τη σχέση ενός μικρού παιδιού με την υπέργηρη αμόρφωτη γιαγιά του και το πώς αυτή μπόρεσε με την αγάπη της ν' αλλάξει το χαρακτήρα του παιδιού.

Τα χέρια (Μιχάλης Γκανάς)

 Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. 

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.

Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.

Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.