ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟΣ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΠΙΝΑΚΑ 1 ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, σελ.13
Πίνακας 1
Εξέλιξη της έκτασης
και του πληθυσμού της Ελλάδας (1838-1936)
Εξέλιξη της έκτασης
και του πληθυσμού της Ελλάδας (1838-1936)
ΕΤΟΣ
|
ΕΚΤΑΣΗ
(σε τετρ. χλμ)
|
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
|
1838
|
47.516
|
752.000
|
1851
|
47.516
|
1.015.000
|
1871
|
50.211
|
1.480.000
|
1881
|
63.606
|
2.004.000
|
1901
|
63.211
|
2.521.000
|
1911
|
63.211
|
2.701.000
|
1914
|
120.000
|
4.818..000
|
1920
|
150.833
|
5.531.000
|
1928
|
130.199
|
6.205.000
|
1936
|
130.199
|
7.050.000
|
ΕΡΩΤΗΣΗ:
Με βάση τα
στοιχεία του πίνακα και τις ιστορικές σας γνώσεις, να αναφερθείτε στην εξέλιξη
της έκτασης και του πληθυσμού της Ελλάδας σε συνάρτηση με τις οικονομικές
συνθήκες από την ανεξαρτητοποίηση της χώρας μέχρι και τις παραμονές του
Β΄παγκοσμίου πολέμου.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

Τα οικονομικά δεδομένα επίσης της εποχής αυτής
είναι απογοητευτικά σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Η Ελλάδα (όπως
μας πληροφορεί η ιστορική αφήγηση) ήταν φτωχή με απαρχαιωμένες παραγωγικές
δομές. Οι εικόνες που μας έρχονται από εκείνη την εποχή μαρτυρούν την εξάντληση
του τόπου και των ανθρώπων. Γύρω από τις πόλεις τα εδάφη ήταν γυμνά,
εξαντλημένα από την υπερβόσκηση και την υλοτομία και τα χωράφια έμοιαζαν χέρσα,
εξαιτίας της εκτεταμένης αγρανάπαυσης, με την οποία οι αγρότες πάσχιζαν να
βελτιώσουν τις αποδόσεις τους. Τα περιφραγμένα περιβόλια πολύ λίγο βελτίωναν
την αίσθηση εγκατάλειψης που απέπνεε το τοπίο. Οι οικονομικές δυνατότητες ήταν
περιορισμένες και τα παραγωγικά πλεονάσματα πενιχρά.

Γνωρίζουμε επίσης ότι το 1864 προστέθηκαν τα Ιόνια νησιά
και το 1881 η Θεσσαλία. Έτσι, τα βόρεια σύνορα άγγιξαν τον Όλυμπο και τη
Μακεδονία. Στον ελλαδικό κορμό προστίθενται 16.000 ακόμη τετρ. χλμ, κατά βάση
εύφορης γης (πεδιάδα Θεσσαλίας) και ο πληθυσμός διπλασιάζεται. Η αύξηση του
πληθυσμού είναι και τα επόμενα χρόνια σταθερά ανοδική, παρά τα προβλήματα που
προκύπτουν αρχές του 20ου αι., κυρίως λόγω της σταφιδικής κρίσης,
που μειώνει τον πληθυσμό εξαιτίας της υπερπόντιας μετανάστευσης, που την
περίοδο αυτή θα πάρει μεγάλες διαστάσεις.
Τα οικονομικά λοιπόν μεγέθη της χώρας, ο
μικρός πληθυσμός, η περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της, η
απουσία παραγωγικών μονάδων μεγάλου μεγέθους καθήλωναν, σε ολόκληρο το 19ο
αιώνα, την οικονομική ζωή της χώρας σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Διπλασιασμό εδαφών και πληθυσμού έχουμε λίγα
χρόνια αργότερα με τους Βαλκανικούς πολέμους, 1912 – 1913. Η Ελλάδα ενσωμάτωσε
πλούσιες περιοχές (Ήπειρο, Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, Νησιά του Αιγαίου,
Κρήτη) και εκατομμύρια νέους κατοίκους. Τα εδάφη της αυξήθηκαν κατά 70% περίπου
(από 65.000 σε 108.800 τετρ. χλμ.) και ο πληθυσμός της κατά 80% (από 2.700.000
σε 4.800.000 κατοίκους). Το κυριότερο όμως ήταν οι νέες οικονομικές
προοπτικές. Τα νεοαποκτηθέντα εδάφη ήταν ως επί το πλείστον πεδινά και
αρδευόμενα, πράγμα που δημιουργούσε άριστες προοπτικές για τη γεωργική
παραγωγή. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με τις πρώτες προσπάθειες διανομής
εθνικών γαιών θα ανασχέσει το μεταναστευτικό κύμα και, παρά το γεγονός ότι η
χώρα αμέσως μετά θα εμπλακεί στον Α΄παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική
περιπέτεια, με σημαντικές απώλειες σε έμψυχο υλικό, ο πληθυσμός θα συνεχίσει
την ανοδική του πορεία αγγίζοντας το 1920 τα 5.500.000 κατοίκους.
Στα σύνορα
βέβαια του ελληνικού κράτους με τη συνθήκη των Σεβρών έχουν προστεθεί το 1920 η
Δυτική και Ανατολική Θράκη και η Ίμβρος και η Τένεδος, οπότε η πληθυσμιακή
αύξηση των 700.000 περίπου κατοίκων μεταξύ των ετών 1914 – 1920 μόνο
εντυπωσιακή δεν μπορεί να θεωρηθεί.
Με τη μικρασιατική καταστροφή δύο χρόνια
αργότερα και τη συνακόλουθη υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, η Ελλάδα θα
χάσει οριστικά την ανατολική Θράκη και την Ίμβρο και την Τένεδο, δηλαδή
συνολική έκταση περίπου 20.000 τετρ. χλμ. Ο πληθυσμός της όμως θα αυξηθεί κατά
700.000 ακόμη και αυτό βεβαίως με τον ερχομό περίπου 1.230.000 Ελλήνων και
45.000 περίπου Αρμενίων προσφύγων (και τη φυγή από την άλλη μεριά 610.000
μουσουλμάνων που κατοικούσαν στη χώρα), αποτέλεσμα της σύμβασης Ανταλλαγής
Πληθυσμών που υπογράφτηκε τον Ιανουάριο του 1923.
Τα επόμενα χρόνια και μέχρι περίπου το
ξεκίνημα του Β΄παγκοσμίου πολέμου η Ελλάδα, παρά το κόστος της μικρασιατικής
συμφοράς, είχε αποκτήσει μια σειρά από πλεονεκτήματα, που επέτρεπαν τη θετική
οικονομική της πορεία. Είχε ολοκληρώσει την αγροτική της μεταρρύθμιση και είχε
προωθήσει την αστικοποίηση της: το 1/3 του πληθυσμού ζούσε πλέον σε μεγάλα
αστικά κέντρα. Ταυτόχρονα, κάτω από το βάρος των πιέσεων είχε βελτιώσει τις
υποδομές της και είχε υιοθετήσει αναπτυξιακές πολιτικές. Με λίγα λόγια είχε
λύσει πολλά από τα προβλήματα που εξακολούθησαν για πολύ καιρό να ταλανίζουν τα
υπόλοιπα βαλκανικά κράτη. Επιπλέον, οι πρόσφυγες είχαν φέρει μαζί τους τις
γνώσεις, τον πολιτισμό τους και μια ισχυρή διάθεση για εργασία, με αποτέλεσμα να
αναπτυχθούν όλοι οι τομείς της οικονομίας συμπεριλαμβανομένης και της
βιομηχανίας, που μέχρι τότε δεν είχε να επιδείξει σημαντικές επιδόσεις. Δεν
είναι λοιπόν τυχαίο που, παρά τη μείωση των εδαφών, μέχρι το 1936 ο ελληνικός
πληθυσμός αυξήθηκε κατά 1.000.000 ακόμη.
Δυστυχώς για την Ελλάδα η παγκόσμια
οικονομική κρίση έφτασε σε μία εποχή «ευημερίας». Η «ευημερία» σήμαινε ότι η
εμπιστοσύνη των Ελλήνων σε ένα καλύτερο οικονομικά μέλλον είχε αποκατασταθεί,
οι σκοτεινές εποχές της δεκαετίας του 1920 έδειχναν να απομακρύνονται, οι
πληγές έκλειναν, η φτώχεια περιοριζόταν και το ελληνικό κράτος έδειχνε να
σχεδιάζει το μέλλον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία.