Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΠΙΣΤΟΜΑ - ΑΚΟΜΑ; ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

"ΠΙΣΤΟΜΑ", Κ. Θεοτόκη

Τ
ο «Πίστομα», από τα Διηγήματα "Kορφιάτικες ιστορίες", εντάσσεται λογοτεχνικά στο είδος της «ρεαλιστικής αγροτικής» ηθογραφίας. Τα στοιχεία που δομούν το συγκεκριμένο διήγημα ― αφανή και εμφανή ― είναι οι χαρακτήρες του, το περιβάλλον, συγκεκριμένες αναφορές σε ήθη, η ματιά ή η στάση του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα που αφηγείται, οι ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ή πιέσεις της εποχής στην οποία γράφτηκε, τα στοιχεία, εν τέλει, που συνθέτουν την προσωπικότητα του συγγραφέα.





Η πηγή της ιστορίας 
Το περιστατικό που αποτέλεσε την αφορμή για τη συγγραφή του συγκλονιστικού αυτού διηγήματος είναι αληθινό και είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΕΝ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΑΥΤΗΣ ΕΝ ΕΤΕΣΙ 1800, 1801, 1802», του Μάρκου Θεοτόκη, πατέρα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει ως εξής:

 «Εν μέσω τοιούτων αιματοχυσιών, αρπαγών καταστροφών και ανηκούστων τεραστίων εγκλημάτων, ως συνέβη εν Μαγουλάδαις, όπου εγκληματίας τις* φυγοδικών επέστρεψεν εν τη οικία αυτού και ευρών εν τέκνον περισσότερον των όσων εγκατέλιπε, και υποπτεύσας δυσπιστίαν εις την σύζυγον αυτού, ώρυξε λάκκον και υπεχρέωσε την μητέρα να θέση εντός αυτής το νήπιον, όπερ έθαψε ζων και μετά ταύτα εφόνευσε ληστήν τινά** συγχωρικόν του, υποπτεύσας αυτόν αίτιον της γεννήσεως του παιδίου***. Εν μέσω τοιούτων κακουργημάτων δυνάμενων να επιφέρωσι την απελπισίαν εις τον αγαπώντα την Κέρκυραν, η συνείδησις αυτού ευρίσκει παρηγορίαν και αναψυχήν εις γεγονότα άτινα τρανώς αποδεικνύουσιν ότι η κακοήθεια η κακεντρέχεια η τάσις εις την αρπαγήν και εις τα εγκλήματα δεν ήσαν τα φρονήματα ειμή ομάδος τινός των κατοίκων των αγροτικών τμημάτων…»

*Αντώνιος Βραχνός καλούμενος Κουκουλιώτης 
**Τον καλούμενο Κουτσόμουλον 
***Ταύτα ακοή παρελάβομεν παρά των υιών των κακούργων εκείνων. 
 
 Ιστορικό πλαίσιο
Μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους το 1797 και την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798, η Πύλη ζήτησε τη συνδρομή των Ρώσων εναντίον των Γάλλων. Ο ρωσικός στόλος πέρασε τότε για πρώτη φορά από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, το 1798, στο Αιγαίο, έπλευσε στο Ιόνιο και κατέλαβε τα Επτάνησα. Η κατάληψη των Επτανήσων από τους Ρώσους θα οδηγήσει στη δημιουργία της βραχύβιας «Επτανήσου Πολιτείας» (1800-1807), η οποία θα βρίσκεται υπό ρωσική και οθωμανική κυριαρχία. Κατά το πρώτο διάστημα της οργάνωσής της ξέσπασαν εξεγέρσεις και ταραχές στα Επτάνησα, διότι οι κάτοικοι δυσαρεστήθηκαν από τις αρχικές συνταγματικές ρυθμίσεις που τους αφαιρούσαν δικαιώματα παραχωρημένα σε αυτούς από τους Γάλλους. Υπό τον κίνδυνο οι ταραχές αυτές να προκαλέσουν στρατιωτική παρέμβαση των Οθωμανών στα Επτάνησα, ο τότε πρόεδρος της Επτανησιακής Γερουσίας, Σπυρίδων Θεοτόκης, προσπάθησε να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιδικίες και ζήτησε μέσω των ευγενών και των αστών την εκ νέου μεσολάβηση της Ρωσίας, ώστε να καταρτιστεί νέο σύνταγμα. 

ΠΗΓΗ: https://latistor.blogspot.com/2020/11/blog-post.html 

ΚΕΙΜΕΝΟ: Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Πίστομα [1] (1898) 

    Όταν ύστερα από την αναρχία πού 'χεν ανταριάσει [2] τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης. 

   Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά [3] κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
   O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν [4] ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν [5] ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε. 
   Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια [6], κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, το 'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
    Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε: 
  "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου [7] πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;" 
  T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας [8]. 
   "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα [9] μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θα 'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος [10], και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε [11]. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία." 
 Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε [12]. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε: 
 "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!" 
   Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε [13]. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα. 
   Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε. 
 "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού 'χουν αρπάξει, καθώς μού 'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."       
 "Tον σκότωσες!" 
 Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε [14].
   Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
   Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή [15]βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο. 
   Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο·το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά [16] και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε. 
    Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: 
 "Bάλ' το πίστομα μέσα. 
_________________
[1] Πίστομα: μπρούμυτα 
[2] ανταριάζω: αναστατώνω 
[3] αγκαλά: συνάμα
[4] ρεμπελεύω: γίνομαι άνω κάτω 
[5] αξαίνω: μεγαλώνω 
[6] τέλεια: εντελώς
[7] αγκαλά και: παρόλο που 
[8] λουχτουκιώ: κλαίω με λυγμούς
[9] φταίσμα: φταίξιμο 
[10] αδύνατο μέρος: γυναίκα και παιδιά
[11] αντρειεύομαι: τα βάζω με κάποιον 
[12] αντικόφτω: διακόπτω 
[13] αναντρανίζω: κοιτάζω με προσήλωση 
[14] πληθαίνω: δυναμώνω
[15] πρωτυτερνή: προηγηθείσα 
[16] γουλί: χαλίκι

ΠΙΣΤΟΜΑ του Κωνσταντίνου Θεοτόκη 
Αφήγηση Μιχάλης Καλιότσος
"Πίστομα" (μικρού μήκους), 2011. Σκηνοθεσία: Γιώργος Φουρτούνης. 
 Πρώτο βραβείο μυθοπλασίας στη Δράμα, 2011.
ΑΚΟΜΑ; (Κωνσταντίνος Θεοτόκης)

 Το λιτρουβιό άλεθε. Δυο φωτιές μαύρες εφέγγαν αδύνατα στην καπνούρα που ανάδινε η στια. Το λιθάρι έτριζε, η ζιφταριά εσούρωνε λάδι. Τρεις από τους συντρόφους εδουλεύαν, δύο άλλοι εκοιμόνταν κατά γης απάνου στα λιόστα. Είταν μεσάνυχτα και κρύο. 
Η πόρτα άνοιξε. Ένας κυνηγός εμπήκε με τα σκυλιά του, άντρας ως σαράντα χρονώ, μεγάλος με αντρίκια αλλά ήμερην όψη, και που εφορούσε φέσι και σεγγούνι και πλατοβράκι. Εφαινότουν ταραγμένος. 
«Καλή σπέρα Θοδόση» του είπαν «εβάρεσες κουνάδια;» 
«Καλή σπέρα» αποκρίθηκε «πού είναι ο Κούρκουπος;» 
«Αυτού πέρα κοιμάται» έκαμε ένας από τους δουλευτάδες, άντρας μεσόκοπος και πού είταν, καθώς λέγουν, του λιτρουβιού ο καραβοκύρης. Κ’ επρόσθεσε.
 «Κούρκουπε, ξύπνα. Ο ξάδερφος σου». 
Αλλά ο Κούρκουπος δεν ξυπνούσε: είχε βαρύν ύπνο· και ο Θοδόσης επήγε σιμά του και τον εσκούντησε με το πόδι. 
«Τι είναι;» έκαμε μισοκοιμισμένος. «Τώρα, τώρα επλάγιασα. Ήρθε κιόλας το αλλάγι μου;» 
«Ξύπνα· η γυναίκα σου σε θέλει· είμουν για κουνάδια και την είδα.» 
Ο Κούρουπος εσηκώθηκε αμέσως ανήσυχος.
 Είτουν νέος ως εικοσιπέντε χρονώ· όμορφος όχι· μα το ανάβλεμμά του έδειχνε πολλή καλοσύνη. Κι αυτός είτουν χωριάτικα ντυμένος, λιγδερός από τα λάδια, και με κορμί μαζωμένο λίγο από την άκοπη εργασία. 
Οι δυο άντρες εβγήκαν αντάμα. Το χωριό εκοιμότουν. Η αστροφεγγιά εφώτιζε το δρόμο. Κάπου κάπου σκύλος τους αλυχτούσε. 
«Τι τρέχει;» ερώτησε ο Κούρκουπος σκιασμένος. 
Ο άλλος δεν απολογήθη. Σιωπηλά εφτάσαν βιαστικοί στη γειτονιά τους. Ο Κούρκουπος έτρεξε στο σπίτι του, αλλά εβρήκε την πόρτα μανταλωμένην απ’ όξω. 
«Πού είναι;» ερώτησε ντροπιασμένος.
 «Πέρα στους Έρμονες» του απάντησεν ο Θοδόσης· και χωρίς άλλο λόγο εκίνησε προς τον κατήφορο.
Ο άλλος ακολούθησε· κρύος ίδρος επερίχυνε τα μέλη του· οι πλάτες του επαγώναν· είχε χάσει την ομιλιά του. 
Εκατεβήκαν στο στενό μονοπάτι προς τη θάλασσα. Ο τόπος είτουν έρημος. Τα βουνά ορθωμένα, ανακατωμένα και απόγκρεμα, εφαινόνταν την ώρα εκείνη μαύρα· το νερό του τράφου έβραζε με τις πέτρες. Στο τρίστρατο του φουρκισμένου εσταθήκαν κ’ εκρυφτήκαν πίσω από ένα βράχο. Ο Κούρκουπος εκάθισε, γιατί τα γόνατα του ετρέμαν, ο άλλος τον κοίταξε ζητώντας να μαντέψει την όψη του στο σκοτάδι. Ανάμειναν κι αφοκραζόνταν· 
Οι φτερωτές των μύλων εγύριζαν άκοπα κ’ εφτάναν στ’ αυτιά τους τα τραγούδια των μυλωνάδων, μαζί με τη βοή του νερού και με τα λαλήματα τα πρώτα του κοκόρου. 
 Ξάφνως οι σκύλοι εμούγκρισαν, αλλά ο Θοδόσης τους ησύχασε μ’ ένα νόημα κ’ εμουρμούρισε: — «Να την. Πάρε.» Και του έβαλε το καριοφύλι στο χέρι.
 Ένας ίσκιος τους επλησίαζε ανεβαίνοντας το ρόβολο. Μηχανικά ο Κούρκουπος επήρε το ντουφέκι και εσήκωσε το λύκο. Τα μάτια του είταν καρφωμένα απάνου στον άνθρωπο, που τώρα εδιάβαινε βιαστικά σιμά τους. Οι σκύλοι δεν εσάλεψαν. Κι ο Κούρκουπος αναστέναξε βαθιά κ’είπε αλαφρωμένος ποθώνοντας το όπλο. 
«Είναι άντρας». 
«Είναι αντρίκια ντυμένη· οι σκύλοι την εγνώρισαν. Χτύπα».
 Δεν υπάκουσε, γιατί δεν ήθελε να πιστέψει. 
«Είναι αντρίκια ντυμένη» του ματάειπε ανυπόμονα. «Την είδα να κατεβαίνει».
 Και με τα λόγια τούτα του απόσβησε κάθε ελπίδα. Ο Κούρκουπος εκατάλαβε μέσα του, πως μελλάμενο του είταν να γένει φονιάς· και η σκέψη τούτη είταν τρομερή τόσο για τον καλόν άνθρωπο που ενικούσε και την οργή και τη θλίψη του.
 Εκείνη ωστόσο εμάκραινε κ’ είτουν έτοιμη να πάρει το γύρισμα του δρόμου. 
«Τι προσμένεις; Μας έφυγε. Αυτή είναι». Του ‘πε με βραχνή φωνή ο Θοδόσης. «Μας εντροπιάσατε». Κ’ έκαμε να του αρπάξει το ντουφέκι. 
«Εσύ δε θα τη σκοτώσεις!» Κ’εφώναξε αποφασισμένος: 
«Γυναίκα, στάσου· ειδεμή…»
 Μα εκείνη εβάλθη να τρέχει όσο εδύνοτουν, και μια στιγμή την έχασαν από μπρος τους. 
«Είδες, είδες; φεύγει η άτιμη» είπε ο Θοδόσης. 
Κ’ εριχτήκαν με μιας κ’ οι δύο κατόπι της, και οι σκύλοι την εκυνήγησαν αλυχτώντας. Αφού επροσπέρασαν το γύρισμα την είδαν πάλι σιμά τους.
 Κι ο Κούρκουπος οργισμένος τώρα της εφώναξε: «Στάσου, στάσου».
 Ενώ ο άλλος του ’λεγε. «Τράβα της· τέλειωνε». 
Μα ο Κούρκουπος δεν άκουε τίποτις· ήθελε τώρα να μάθει τη ντροπή του από το στόμα της· και, χωρίς να σταθούν, την εξάτρεξε ολόγυρα και την επρόφτασε τέλος προς τα έμπα του χωριού, και την άδραξε από τα μαλλιά και την έβαλε κάτου.
 Εκείνη έριξε ψιλή φωνή. 
« Όχι εδώ» του ’πε ο Θοδόσης· «θα ξυπνήσει ο κόσμος. Δος μου το ντουφέκι να μη βρεθεί στα χέρια σου».
 Και ο Κούρκουπος υπάκουσε· του απάφησε το όπλο˙ και εσήκωσε την τρομαγμένη γυναίκα στα δυο χέρια και την έσυρε στο σπίτι. 
Άνοιξε η ίδια, γιατί είχε τα κλειδιά, με κρύα καρδιά· και το αντρόγυνο εμπήκαν μέσα μοναχοί τους. Αυτός έκλεισε με βιά την πόρτα. 
Έμειναν για μια στιγμή χωρίς φως, κ’ εφοβηθήκαν κ’ οι δυο τους. Καθώς όμως είτουν μαθημένη έβαλε προσανάμματα στη στια που εκρουφόκαιγε στην ογνήστρα και με μιας έλαμψε το σπίτι. 
Το πρόσωπο του Κούρκουπου είταν συγνεφιασμένο· βλέποντάς τον ελίγωσεν η γυναίκα κ’εκάθισε χάμου. 
Έφαινότουν μικρή στ’ αντρίκια φορέματα που μολογούσαν το έγκλημά της· και κοιτάζοντάς την τον επαραπήρε ή χολή, τα φρένα του εσκοτιστήκαν, μια στιγμή ακόμα ετσώπασε, κ’ ύστερα με βαθύ ανασασμό της είπε: 
«Τέτοια ώρα, αντρίκια ντυμένη, στους Έρμονες. Σκύλα πού είσουν;» 
Εκείνη λόγο. Τότες επήρε τη μεγάλην απόφαση. Ανατρίχιασε· εξέταζε με το μάτι όλο το σπίτι ζητώντας· και του παρουσιάστη στην όψη ένας κόπιδας που τον άδραξε αμέσως. Εβρέθη σιμά της και της έλεγε φοβερίζοντας.
 «Πού είσουν; πού είσουν;» Κι όσο εκείνη από τρομάρα κ’ έλεγχος δεν αποκρενότουν, τόσο η χολή του επέρσευε, τόσο την ετυραγνούσε· κ’ έκατάλαβε η άτυχη πως είταν τώρα το τέλος της.
 «Έλεος, έλεος» είπε· «αμαρτωλή είμαι· μα είμαι έγκυα· δικό σου είναι το παιδί, μα το θεό!» 
Έμεινε ο Κούρκουπος· εγίνη κίτρινος· ο λόγος της τον εξαρμάτωνε. 
Η στια είχε πέσει, εκείνη έκλαιγε θερμά· όξω εξημέρωνε. 
Κι ο Θοδόσης που’χε παραμονέψει εχτύπησε μ’ορμή βαριά την πόρτα· κ’ είπε: «Ακόμα; ακόμα;» 
Και σαν απάντηση ακουστήκαν φωνές από μέσα. 
«Έλεος, έλεος, το παιδί σου. Απάνθρωπε, με σκότωσες!» και δυνατά όσο εδυνότουν: — «Βοήθεια, βοήθεια!… Α!» Κ’ύστερα άκρα σιωπή. 
Τότες όμως ανοιχτήκαν τ’άλλα σπίτια, κ’εβγήκαν οι γειτόνοι άντυτοι, ανταριασμένοι, κ’εσυναχτήκαν μπρος στου Κούρκουπου το σπίτι, άντρες, παιδιά, ρωτώντας τί τρέχει· κι αφοκραστήκαν το πνιμένο ρουχαλητό που έβγαινε τώρα από μέσα.
 Ο Θοδόσης τους αποκρίθηκε: — «Την εσκότωσε». 

1 λιτρουβιό: ελαιοτριβείο. 
 2 στια: τζάκι. 
 3 ζιφταριά: ξύλινο πιεστήριο λαδιού και κρασιού.
 4 λιόστα: τα στερεά απόβλητα του ελαιουργείου. 
 5 σεγγούνι: γιλέκο από χοντρό ύφασμα. 
 6 κουνάδια: κουνάβι: μικρό σαρκοφάγο θηλαστικό.
 7 αλλάγι: βάρδια. 
 8 ρόβολο: κατηφόρα. 
 9 ποθώνοντας: ακουμπώντας κάτω. 
 10 ογνήστρα: τζάκι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου